Αρχαία:Θεωρία Γραμματικής -Συντακτικού

Το ρήμα στα αρχαία ελληνικά ( Όλες οι κατηγορίες )

ΡΗΜΑΤΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΓΥΡΩ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΔΙΨΗΦΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ

1. Τὰ Βραχέα.

Τὸ ε καὶ τὸ ο λέγονται βραχύχροναβραχέα φωνήεντα.

2. Τὰ Μακρά.

Τὸ η καὶ τὸ ω λέγονται μακρόχροναμακρά φωνήεντα.

α. Τὰ δίψηφα φωνήεντα (αι, ει, οι, υι, ου) εἶναι ὅλα μακρόχρονα. Ἐξαιροῦνται καὶ εἶναι βραχύχρονα τὸ αι καὶ τὸ οι, ὅταν βρίσκωνται στὸ τέλος τῆς λέξης καὶ δὲν ακολουθεῖ ἄλλο γράμμα.

β. Τὸ αυ καὶ τὸ ευ εἶναι μακρόχρονα.

3. Τὰ Δίχρονα.

Τὸ α, ι, υ λέγονται δίχρονα φωνήεντα.

α. Τὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν οὐσιαστικῶν εἶναι βραχύχρονα. Ἐξαιρεῖται τὸ Κωνσταντῖνος.

β. Τὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν ἐπιθέτων εἶναι βραχύχρονα.

γ. Τὸ (α) στὴ λήγουσα τῶν ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων) εἶναι μακρό.

δ. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν οὐδέτερων ὀνομάτων εἶναι βραχύχρονο.

ε. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν οὐδέτερων ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων) καὶ τῶν οὐδετέρων ἀντωνυμιῶν εἶναι βραχύ.

στ. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν ἐπιρρημάτων εἶναι βραχύ.

ζ. Τὸ ἄτονο (-α) στὴ λήγουσα τῆς ὁριστικῆς τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ.

η. Τὸ (-α) στὴ λήγουσα τῶν ρημάτων, ὅταν τονίζεται, εἶναι μακρόχρονο.

θ. Τὸ ἄτονο (-α) στὴ λήγουσα τῆς προσταχτικῆς τῶν ρημάτων εἶναι μακρό.

ι. Τὸ (α) στὴν παραλήγουσα τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ. Ἐξαιροῦνται καὶ ἔχουν τὸ (α) μακρὸ στὴν παραλήγουσα:

  1. Οἱ καταλήξεις τοῦ ἑνικοῦ: -ᾶμαι, -ᾶσαι, -ᾶται.
  2. Οἱ καταλήξεις τοῦ πληθυντικοῦ: -ᾶμε, -ᾶτε, -ᾶνε.

ια. Τὸ (-ι) στὴ λήγουσα τῶν οὐδετέρων οὐσιαστικῶν εἶναι πάντοτε μακρό.

ιβ. Τὸ (-ι) καὶ τὸ (-υ) στὴν παραλήγουσα τῶν ρημάτων εἶναι βραχύ.

 

ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο ή από το σύμφωνο ῥ παίρνει πάνω σε αυτό ένα πνεύμα. Τα πνεύματα είναι: η ψιλή ( ) και η δασεία ( ). Οι περισσότερες λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν παίρνουν ψιλή. Εκτός από τις παρακάτω:

 

Ἅδης                                                             ἁφή  

ἅγιος                                                             ἁλωνίζω

ἅγνός                                                            ἁρμόζω

ἅμα                                                               ἁλιεύω

ἅμαξα                                                            ἁνδάνω

ἅβρός/ἅδρος                                                  ἁρπάζω

αὕρα                                                              ἁλωσις

αἱρῶ                                                                ἅρμα                                                            ἁμαρτια

ἁπτω

ἁπαλός                                                            

ἁρμονία                                                          

ἁλυσίς                                                             

ἅπαξ                                                                 

ἅπας                                                                  

ἅλμα                                                               

ἁπλός                                                               

ἅμιλλα

εὑρίσκω

ἕλκω

ἕξις

ἑστία

ἑσθιάω-ῶ

ἕδρα

Ἑλλάς

ἑκών

Ἑλένη

Ἑλλη

ἕνωσις

ἕν

ἕνεκα

ἑορτή

ἑξήκοντα

ἕτοιμος

ἑνώνω

ἕλκος

εἱρμός

εἱρκτή

Ἑβραίος

ἕλιξ

ἕρπω

ἑρπετό

ἕλος

ἑλονοσία

ἑρμητικός

ἑαυτός

εἱλος

ἑπτά

ἕψω (ψήνω)

ἕτερος

ἑταίρος

Ἑρμῆς

ἕρπομαι

ἕως

ἑξ

ἑβδομάς

εἱμαρμένη

ἕκαστος

ἑρμηνεία

ὅμως                                                             ὅπλον                                                                ὅδε                                                              ὅρκος                                                      ὁρκωμοσία                                                               ὁρῶ                                                            ὄσιος                                                              ὁρμος > ὁρμέω-ῶ                                                                 ὁρμίζω( αγκυροβόλησαν τα πλοία)                                                               ὅλμος                                                            ὀπλή                                                                  ὁρμή                                                           ὁ ὁρος

Ὁμηρος                                                              Ὁλλανδία

ὁδός

ὁμάδα

ὁμαλός

ὁμοῦ

ὁμοίως

ὁδηγός

 

   

 

Ἥρα

ἡγεμόνας                                                           ἥμερος                                                                  Ἥφαιστος                                                                 ἡδονή                                                  ἥσυχος                                                              ἡλικία                                                                    ἡνία                                                                ἡμέρα                                                              ἥλιος                                                                     Ἡρακλής

ἡνίοχος                                                                ἥρωας                                                           ἡσυχία

ἥβη                                                           ἥπαρ                                                              ἥλος (καρφί)                                                             ἥμισις

ἥκω                                                                 ἥττα

Ἱσπανός

ἱδρῶτας

ἵλεως (ευσπλαχνικός)

ἱστορέω-ῶ

ἱστορία

ἱμάς

ἱδρύω

ἱλαρός (χαρούμενος)

ἵμερος (πόθος)

ἱμάτιον

ἵσταμαι

ἵπταμαι

ἱπτάμενος

ἱκνοῦμαι

ἱστός                                                                  ἱκέτης                                                                 ἱκανός                                                                 ἱππέας

ἵνα

ἱερός

ὥρα (εποχή)

ὡραῖος

ὥριμος

ὥσπερ

ὥστε

ὥδε

ΕΠΙΣΗΣ: όλες οι λέξεις από υ και το ρ, καθώς και οι αντωνυμίες.

α) τα άρθρα: ὁ, ἡ, οἱ, αἱ

β) όλα τα αριθμητικά  (ἕ, ἑπτά) πλην των: ὀκτώ, ἐννέα και εἴκοσι

γ) οι σύνδεσμοι: ἕως, ἵνα, ὅμως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε

δ)  οι αντωνυμίες ἡμεῖς, οὗτος, αὕτη, ὅδε, ἥδε, ὅς, ἥ, ὅστις, ἥτις, ὅτι, ἑαυτοῦ, ἑκάτερος, ἕτερος, ἡμέτερος, ἕκαστος, ὁποῖος, ὁπόσος, ὅσος

 

ΕΞΑΙΡΕΣΗ: ὀλίγος, ἰατρός, ίσος.

ΟΙ ΤΟΝΟΙ

4. Ποῦ βάζουμε ὀξεία.

α. Στὴν προπαραλήγουσα βάζουμε πάντοτε ὀξεία.

β. Στὴ βραχύχρονη συλλαβή βάζουμε πάντοτε ὀξεία.

γ. Στὴν παραλήγουσα βάζουμε ὀξεία, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρόχρονη.

δ. Ἡ ὀνομαστική, ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητικὴ τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν ὀνομάτων, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, παίρνει ὀξεία.

ε. Τὰ οὐσιαστικὰ, τὰ ἐπίθετα καὶ οἱ αντωνυμίες παίρνουν στὴ λήγουσα ὀξεία. Ἐξαιροῦνται:

  1. Τὰ οὐσιαστικά: γῆ, φῶς, πᾶν, πλοῦς, ροῦς.
  2. Οἱ ἀντωνυμίες: ἐμεῖς, ἐμᾶς, μᾶς, ἐσεῖς, ἐσᾶς, σᾶς.
  3. Τὸ ἀριθμητικό: τρεῖς.
  4. Οἱ πληθυντικοὶ σέ: (-εῖς)
  5. Τὰ κύρια ὀνόματα προσώπων: Ἰησοῦς, Ἀθηνᾶ, Ναυσικᾶ, Ἀπελλῆς, Ἑρμῆς, Ἡρακλῆς, Θαλῆς, Θεμιστοκλῆς, Μωυσῆς, Περικλῆς κλπ.

στ. Τὰ νεοελληνικὰ βαφτιστικὰ ὀνόματα καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ὀνόματα, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ης), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν ὀξεία.

ζ. Τὰ ὀνόματα τόπων, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ας), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν ὀξεία.

η. Στὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων βάζουμε πάντοτε ὀξεία.

5. Ποῦ βάζουμε περισπωμένη.

α. Στὴ μακρόχρονη παραλήγουσα βάζουμε περισπωμένη, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχύχρονη. Ἐξαιροῦνται τὰ σύνθετα: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε, ἤτοι.

β. Ἡ μακρόχρονη γενικὴ τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, παίρνει περισπωμένη.

γ. Τὰ βαφτιστικὰ καὶ οἰκογενειακὰ ὀνόματα, ποὺ τελειώνουν σὲ (-ας), ὅταν τονίζωνται στὴ λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη.

δ. Τὰ οὐδέτερα σὲ (-ος) στὴ γενικὴ τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται στὴ λήγουσα καὶ παίρνουν περισπωμένη.

ε. Ἡ μακρόχρονη λήγουσα τῶν ρημάτων, ὅταν τονίζεται παίρνει περισπωμένη.

στ. Στὰ ρήματα ἡ λήγουσα σὲ (-α), ὅταν τονίζεται, εἶναι μακρόχρονη καὶ παίρνει περισπωμένη.

ζ. Ἡ μακρόχρονη λήγουσα τῶν ἐπιρρημάτων παίρνει περισπωμένη. Ἐξαιροῦνται τὸ πού, πώς, καθώς, μή, εἰδεμή, παμψηφεί.

6. Ποῦ βάζουμε βαρεία

α. Στὴ λήγουσα καὶ στὴ θέση τῆς ὀξείας, ὅταν δὲν ἀκολουθῆ σημεῖο στίξης ἢ ὅταν ἡ λέξη, ποὺ ἀκολουθεῖ, δὲν ἐγκλίνεται.

Ἐγκλιτικὲς λέξειςεγκλιτικά.
Μονοσύλλαβες λέξεις ποὺ προφέρονται τόσο στενὰ μὲ τὴν προηγούμενή τους λέξη, ὥστε φαίνονται σὰν μιὰ λέξη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ τόνος τους, χάνεται ἢ μεταβιβάζεται στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης. Οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῆς προσωπικῆς αντωνυμίας: μοῦ-μὲ-μᾶς, σοῦ-σὲ-σᾶς, τοῦ-τὸν-τὴν, τὸ-τῶν-τοὺς, τὶς-τὲς-τὰ, τος-τοι, εἶναι οἱ πιὸ συχνές εγκλιτικὲς λέξεις.

β. Παίρνει πάντα βαρεία, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀκολουθῆ κόμμα, τὸ αἰτιολογικὸ γιατὶ (διότι). Ὀξεία θέλει τὸ ἐρωτηματικὸ γιατί (γιὰ ποιὸ λόγο).

γ. Τὸ μὰ μὲ βαρεία σημαίνει ἀλλά. Το μά με ὀξεία εἶναι ὁρκωτό (μά τὴν ἀλήθεια).

δ. Τὸ γιὰ μὲ βαρεία εἶναι πρόθεση. Τὸ γιά μὲ ὀξεία εἶναι προτρεπτικὸ μόριο (γιά ἔλα κοντά).

ε. Τὸ νὰ μὲ βαρεία εἶναι σύνδεσμος. Τὸ νά μὲ ὀξεία εἶναι δεικτικὸ μόριο (νά ὁ Στέλιος).

στ. Τὸ ποῦ μὲ περισπωμένη σημαίνει σὲ ποιὸ μέρος. Ἐπίσης γράφουμε: ἀργὰ καὶ ποῦ, ποῦ καὶ ποῦ. Τὸ πῶς μὲ περισπωμένη σημαίνει μὲ ποιὸ τρόπο. Ἐπίσης γράφουμε: πῶς καὶ πῶς. Σὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις τὸ που καὶ τὸ πως παίρνουν βαρεία: ποὺ, πὼς.

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΝΟ ΤΟΥΣ

Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή τη δίφθογγο της συλλαβής που τονίζεται σημειώνουμε κάθε φορά έναν ορισμένο τόνο. Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μία λέξη και κατά το είδος του η λέξη αυτή λέγεται:

  • Παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ
  • Προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: λέγομεν
  • Περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα: τιμῶ
  • Προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δῶρον
  • Βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα: λύω, κελεύω

 

ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ

  • Καμία λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα: λέγομεν
  • Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται: η βασίλισσα αλλά της βασιλίσσης
  • Η προπαραλήγουσα όταν τονίζεται παίρνει πάντοτε οξεία: πείθομαι
  • Κάθε βραχύχρονη συλλαβή όταν τονίζεται παίρνει πάντοτε οξεία: λέγω, χορός
  • Η μακρόχρονη παραλήγουσα όταν τονίζεται παίρνει οξεία μπροστά από μακρόχρονη λήγουσα: κώμη
  • Η μακρόχρονη παραλήγουσα όταν τονίζεται παίρνει περισπωμένη μπροστά από βραχύχρονη λήγουσα: κῆπος
  • Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των ονομάτων όταν τονίζεται στη λήγουσα παίρνει περισπωμένη: τοῦ ποιητοῦ
  • Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση όταν τονίζεται κανονικά παίρνει περισπωμένη: (τιμάω) τιμῶ

 

ΣΥΝΤΑΞΗ-ΘΕΩΡΙΑ

Οι βασικοί όροι μιας απλής πρότασης Οι βασικοί όροι μιας πρότασης είναι δυο: Το υποκείμενο και το κατηγόρημα.

Υποκείμενο είναι το ονοματικό σύνολο που φανερώνει ποιος ενεργεί ή πάσχει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση. Βρίσκεται πάντα σε πτώση ονομαστική.

Κατηγόρημα είναι το σύνολο των λέξεων της πρότασης που αναφέρονται στο υποκείμενο. Οι μορφές που μπορεί να πάρει είναι οι εξής:

 Ρήμα αμετάβατο ενεργητικής διάθεσης (ή ουδέτερης ή παθητικής) π.χ. ‘Ο παῖς γελά

 Συνδετικό ρήμα + κατηγορούμενο π.χ. ‘Ο Σωκράτης ἐστί φιλόσοφος

 Ρήμα + αντικείμενο ( ή αντικείμενα) π.χ. Γλύπται ἀγάλματα σμιλεύουσι

 Συνδετικό ρήμα + αντικείμενο σε αιτιατική + αντικείμενο ή κατηγορούμενο σε αιτιατική π.χ. Οἱ Αθηναίοι είλοντο Περικλέα στρατηγόν

 

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Υποκείμενο:

Το υποκείμενο μιας πρότασης βρίσκεται με την ερώτηση: « ποιος/ ποια/ ποιο + ρήμα» π.χ. Δαρείος τὴν πόλιν κυρίευσε

Ως υποκείμενο μιας πρότασης είναι δυνατόν να τεθούν ουσιαστικά, αντωνυμίες, επίθετα, μετοχές, αριθμητικά, απαρέμφατα, δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις κ.α.

Το ρήμα πρέπει να συμφωνεί με το υποκείμενο της πρότασης σε πρόσωπο και αριθμό. Εξαίρεση αποτελεί η αττική σύνταξη, που χαρακτηρίζει κυρίως την ιωνική διάλεκτο. Όταν το υποκείμενο της πρότασης είναι ουδέτερο πληθυντικού αριθμού, το ρήμα τίθεται στο τρίτο ενικό αντί στο τρίτο πληθυντικό π.χ. τὰ παιδία παίζει. Αντίστοιχο είναι το παράδειγμα από τη γαλλική γλώσσα:tout va bien = όλα πάνε καλά.

 

Κατηγορούμενο:

Το κατηγορούμενο προσδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο, με τη μεσολάβηση ενός συνδετικού ρήματος ( ειμί, γίγνομαι, τυγχάνω, διάγω, διατελώ, εκλέγω/ομαι, διορίζομαι, φαίνομαι, νομίζω κλπ.). Το βρίσκουμε με την ερώτηση «τι λογής + ρήμα» π.χ. Οἱ καρποί τῆς παιδείας εἰσὶ γλυκείς

Το κατηγορούμενο είναι συνήθως επίθετο. Επιπρόσθετα υπάρχει δυνατότητα να τεθούν ως κατηγορούμενα αντωνυμίες, ουσιαστικά, μετοχές, αριθμητικά, απαρέμφατα, δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις κ.α.

Όταν το κατηγορούμενο είναι επίθετο, συμφωνεί με το υποκείμενο ή το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται σε πτώση, γένος και αριθμό. π.χ. Ουτοι εἰσί πονηροί

Όταν είναι ουσιαστικό, συμφωνεί στην πτώση και ενδεχομένως στον αριθμό και το γένος. π.χ. Τά δε Κύθηρα νήσος εστί

 

Αντικείμενο:

Όσα ρήματα χρειάζονται μόνο υποκείμενο ονομάζονται αμετάβατα (π.χ. καθεύδω = κοιμάμαι). Τα ρήματα που χρειάζονται αντικείμενο για να ολοκληρωθεί η έννοιά τους ονομάζονται μεταβατικά. Το αντικείμενο δείχνει το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του ρήματος. Τα μεταβατικά ρήματα παίρνουν ένα ή δύο αντικείμενα και ονομάζονται αντίστοιχα μονόπτωτα ή δίπτωτα. Οι πτώσεις με τις οποίες εκφέρονται τα αντικείμενα εξαρτώνται από τη λειτουργία των αντικειμένων ( άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο) και τη σημασία του ρήματος.

Το αντικείμενο βρίσκεται σε μία από τις πλάγιες πτώσεις, ποτέ σε ονομαστική και το βρίσκουμε με την ερώτηση «ποιον, ποια, τι + ρήμα»

Με γενική: θυμοῦ κράτει

Με δοτική: πολεμῶ τοῖς Θραξί

Με αιτιατική: εὑρίσκω βρέφος.

 

Στα δίπτωτα ρήματα το αντικείμενο το βρίσκουμε με την ερώτηση « σε/με/για/ από ποιόν ή τι + ρήμα»

Με γενική και δοτική: μετεσχήκαμεν ὑμῖν τῶν ιερῶν

Με γενική και αιτιατική: πληρῶ τὴν ὑδρίαν ὕδατος

Με δοτική και αιτιατική: λέγω ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν

Με αιτιατική και αιτιατική: διδάσκω τὸν παῖδα μουσικήν

Μερικά ρήματα λειτουργούν άλλοτε ως μεταβατικά και άλλοτε ως αμετάβατα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΤΟ ΡΗΜΑ “εἰμί”

 

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

εἰμί

εἶ

ἐστί

ἐσμέν

ἐστέ

εἰσίν

ἦ και ἦν

ἦσθα

ἦν

ἦμεν

ἦτε

ἦσαν

ἔσομαι

ἔσει ή ἔσῃ

ἔσται

ἐσόμεθα

ἐσεσθε

ἔσονται

 

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ᾖς

ὦμεν

ἦτε

ὦσιν

εἴην

εἴης

εἴη

εἴημεν/ εἶμεν

εἴητε/ εἶτε

εἴησαν/ εἶεν

ἔσοίμην

ἔσοιο

ἔσοιτο

ἐσοίμεθα

ἔσοισθε

ἔσοιντο

-

ἴσθι

ἔστω

-

ἔστε

ἔστων/ ἔστωσαν

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

εἶναι

ἔσεσθαι

ὤν, γεν. ὄντος

οὖσα, γεν. οὔσης

ὄν, γεν. ὄντος

 ἐσόμενος

ἐσομένη

ἐσόμενον

 

 

Φωνηεντόληκτα ρήματα (ο χαρακτήρας του θέματος είναι φωνήεν)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

λύ-ω

λύ-εις

λύ-ει

λύ-ομεν

λύ-ετε

λύ-ουσιν

ἔ-λυ-ον

ἔ-λυ-ες

ἔ-λυ-ε

ἐ-λύ-ομεν

ἐ-λύ-ετε

ἔ-λυ-ον

ἔ-λυ-σ-α

ἔ-λυ-σ-ας

ἔ-λυ-σ-ε

ἐ-λύ-σ-αμεν

ἐ-λύ-σ-ατε

ἔ-λυ-σ-αν

λύ-σ-ω

λύ-σ-εις

λύ-σ-ει

λύ-σ-ομεν

λύ-σ-ετε

λύ-σ-ουσι

λέ-λυ-κα

λέ-λυ-κας

λέ-λυ-κε

λε-λύ-καμε

λε-λύ-κατε

λε-λύ-κασιν

ἐ-λε-λύ-κειν

ἐ-λε-λύ-κεις

ἐ-λε-λύ-κει

ἐ-λε-λύ-κεμεν

ἐ-λε-λύ-κετε

ἐ-λε-λύ-κεσαν

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύειν

λύσειν

λῡσαι

λελυκέναι

 

 

ΜΕΤΟΧΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύ-ων

λύ-ουσα

λῡ-ον

λύ-σων

λύ-σουσα

λῡ-σον

λύ-σας

λύ-σασα

λῡ-σαν

λε-λυ-κώς

 λε-λυ-κυῑα

 λε-λυ-κός

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύ-ω

λύ-ῃς

λύ-ῃ

λύ-ωμεν

λύ-ητε

λύ-ωσιν

λύ-σ-ω

λύ-σ-ῃς

λύ-σ-ῃ

λύ-σ-ωμεν

λύ-σ-ητε

λύ-σωσιν

λε-λυ-κώς, λε-λυ-κυῖα, λε-λυ-κός        ᾦ

                         >>                                ᾖς

                         >>                                 ᾖ

λε-λυ-κότες, λε-λυ-κυιαῖ, λε-λυ-κότα ᾦμεν

                          >>                               ᾖτε

                          >>                               ᾦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύ-οιμι

λύ-οις

λύ-οι

λύ-οιμεν

λύ-οιτε

λύ-οιεν

λύ-σ-οιμι

λύ-σ-οις

λύ-σ-οι

λύ-σ-οιμεν

λύ-σ-οιτε

λύ-σ-οιεν

λύ-σ-αιμι

λύ-σ-αις

λύ-σ-αι

λύ-σ-αιμεν

λύ-σ-αιτε

λύ-σ-αιεν

λε-λυ-κώς, λε-λυ-κυῖα, λε-λυ-κός          εἴην

                         >>                                  εἴης

                         >>                                  εἴη

λε- λυ-κότες, λε-λυ-κυῖαι, λε-λυ-κότα εἴημεν/ εἶμεν

                           >>                             εἴητε/ εἶτε

                           >>                              εἴησαν/ εἶεν

 

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

λύ-ε

λύ-ετω

-

λύ-ετε

λυ-όντων/ λυ-έτωσαν

-

λῦ-σ-ον

λυ-σ-άτω

-

λύ-σ-ατε

λυ-σ-άντων/ λυ-σ-άτωσαν

                              -

λε-λυ-κώς, λε-λυ-κυῖα, λε-λυ-κός        ἴσθι

                      >>                                   ἔστω

                                -

λε-λυ-κότες, λε-λυ-κυῖαι, λε-λυ-κότα  ἔστε

                           >>                       ἔστων, ἔστωσαν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ                                                                                                                     (φωνηεντόληκτα ρήματα)

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

λύ-ομαι

λύ-η ( ή  -ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

λύ-σ-ομαι

λύ-σ-η (ή -ει)

λύ-σ-εται

λυ-σ-όμεθα

λύ-σ-εσθε

λύ-σ-ονται

ἐ-λυ-σ-άμην

ἐ-λύ-σ-ω

ἐ-λύ-σ-ατο

ἐ-λυ-σ-άμεθα

ἐ-λύ-σ-ασθε

ἐ-λύ-σ-αντο

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

             

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύ-εσθαι

λύ-σ-εσθαι

λύ-σ-ασθαι

λε-λύ-σθαι

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

λυ-σ-όμενος

λυ-σ-ομένη,

λυ-σ-όμενον

λυ-σ-άμενος,

λυ-σ-αμένη

λυ-σ-άμενον

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λελυμένον

 

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λύ-ωμαι

λύ-ῃ

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

λύ-σ-ωμαι

λύ-σ-ῃ

λύ-σ-ηται

λυ-σ-ώμεθα

λύ-σ-ησθε

λύ-σ-ωνται

λε-λυ-μένος, λε-λυ-μένη, λε-λυ-μένον        ᾦ

                              >>                                  ᾖς

                              >>                                  ᾖ

λε-λυ-μένοι, λε-λυ-μέναι, λε-λυ-μένα       ᾦμεν

                             >>                                  ᾖτε

                             >>                                  ᾦσιν

 

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

λυ-οί-μην

λύ-οι-ο

λύ-οι-το

λυ-οί-μεθα

λύ-οι-σθε

λύ-οι-ντο

λυ-σ-οίμην

λύ-σ-οιο

λύ-σ-οιτο

λυ-σ-οίμεθα

λύ-σ-οισθε

λύ-σ-οιντο

λυ-σ-αίμην

λύ-σ-αιο

λύ-σ-αιτο

λυ-σ-αίμεθα

λύ-σ-αισθε

λύ-σ-αιντο

λε-λυ-μένος, λε-λυ-μένη, λε-λυ-μένον       εἴην

                                  >>                             εἴης

                                  >>                             εἴη

λε-λυ-μένοι, λε-λυ-μέναι, λε-λυ-μένα   εἴημεν/ εἶμεν

                                   >>                       εἴητε/ εἶτε

                                   >>                        εἴησαν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων/ λυ-έσθωσαν

-

λῦ-σ-αι

λυ-σ άσθω

-

λύ-σ-ασθε

λυ-σ-άσθων/ λυ-σ-άσθωσαν

-

λέ-λυ-σο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων/ λε-λύ-σθωσαν

Ουρανικόληκτα ρήματα (ο χαρακτήρας του θέματος είναι: κ,γ,χ,ττ,σσ)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

ταράττ-ω

ταράττ-εις

ταράττ-ει

ταράττ-ομεν

ταράττ-ετε

ταράττ-ουσιν

ἐ-τάραττ-ον

ἐ-τάραττ-ες

ἐ-τάραττ-ε

ἐ-ταράττ-ομεν

ἐ-ταράττ-ετε

ἐ-τάραττ-ον

ταρά-ξ-ω

ταρά-ξ-εις

ταρά-ξ-ει

ταρά-ξ-ομεν

ταρά-ξ-ετε

ταρά-ξ-ουσιν

ἐ-τάρα-ξ-α

ἐ-τάρα-ξ-ας

ἐ-τάρα-ξ-α

ἐ-ταρά-ξ-αμεν

ἐ-ταρά-ξ-ατε

ἐ-τάρα-ξ-αν

τε-τάρα-χ-α

τε-τάρα-χ-ας

τε-τάρα-χ-ε

τε-ταρά-χ-αμεν

τε-ταρά-χ-ατε

τε-ταρά-χ-ασιν

ἐ-τε-ταρά-χ-ειν

ἐ-τε-ταρά-χ-εις

ἐ-τε-ταρά-χ-ει

ἐ-τε-ταρά-χ-εμεν

ἐ-τε-ταρά-χ-ετε

ἐ-τε-ταρά-χ-εσαν

             

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττ-ειν

ταρά-ξ-ειν

ταρᾶ-ξ-αι

τε-ταρα-χ-έναι

 

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττ-ων

ταράττ-ουσα

ταράττ-ον

ταρά-ξ-ων

ταρά-ξ-ουσα

ταρά-ξ-ον

ταρά-ξ-ας

ταρά-ξ-ασα

ταρά-ξαν

τε-ταρα-χ-ώς

τε-ταρα-χ-υῖα

τε-ταρα-χ-ός

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττ-ω

ταράττ-ῃς

ταράττ-ῃ

ταράττ-ωμεν

ταράττ-ητε

ταράττ-ωσιν

ταρά-ξ-ω

ταρά-ξ-ῃς

ταρά-ξ-ῃ

ταρά-ξ-ωμεν

ταρά-ξ-ητε

ταρά-ξ-ωσιν

τε-ταρα-χ-ώς, τε-ταρα-χ-υῖα, τε-ταρα-χ-ός          ὦ

                                   >>                                      ῇς

                                   >>                                      ᾖ

τε-ταρα-χ-ότες, τε-ταρα-χ-υῖαι, τε-ταρα-χ-ότα    ὦμεν

                                    >>                                     ἦτε

                                    >>                                    ὦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττ-οιμι

ταράττ-οις

ταράττ-οι

ταράττ-οιμεν

ταράττ-οιτε

ταράττ-οιεν

ταρά-ξ-οιμι

ταρά-ξ-οις

ταρά-ξ-οι

ταρά-ξ-οιμεν

ταρά-ξ-οιτε

ταρά-ξ-οιεν

ταρά-ξ-αιμι

ταρά-ξ-αις

ταρά-ξ-αι

ταρά-ξ-αιμεν

ταρά-ξ-αιτε

ταρά-ξ-αιεν

τε-ταρα-χ-ώς, τε-ταρα-χ-υῖα, τε-ταρα-χ-ός         εἴην

                                    >>                                     εἴης

                                    >>                                     εἴη

τε-ταρα-χ-ότες, τε-ταρα-χ-υῖαι, τε-ταρα-χ-ότα  εἴημεν/ εἶμεν

                                    >>                                     εἴητε/ εἶτε

                                     >>                                    εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

τάραττ-ε

ταραττ-έτω

-

ταράττ-ετε

ταραττ-όντων/ταραττ-έτωσαν

-

τάρα-ξ-ον

ταρα-ξ-άτω

-

ταρά-ξ-ατε

ταρα-ξ-άτωσαν/ταρα-ξ-άντων

-

τε-ταρα-χ-ώς, τε-ταρα-χ-υῖα, τε-ταρα-χ-ός                ἴσθι

                >>                                                               ἔστω

-

τε-ταρα-χ-ότες, τε-ταρα-χ-υῖαι, τε-ταρα-χ-ότα           ἔστε

                       >>                                           ἔστων, ἔστωσαν

 

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ                                                                                                                                (ουρανικόληκτα ρήματα---> κ,γ,χ,ττ,σσ)

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

ταράττ-ομαι

ταράττ-η (ή -ει)

ταράττ-εται

ταραττ-όμεθα

ταράττ-εσθε

ταράττ-ονται

ἐ-ταραττ-όμην

ἐ-ταράττ-ου

ἐ-ταράττ-ετο

ἐ-ταραττ-όμεθα

ἐ-ταράττ-εσθε

ἐ-ταράττ-οντο

ταρά-ξ-ομαι

ταρά-ξ-η (ή -ει)

ταρά-ξεται

ταραξ-όμεθα

ταρά-ξ-εσθε

ταρά-ξ-ονται

ἐ-ταρα-ξ-άμην

ἐ-ταρά-ξ-ω

ἐ-ταρά-ξ-ατο

ἐ-ταρα-ξ-άμεθα

ἐ-ταρά-ξ-ασθε

ἐ-ταρά-ξ-αντο

τε-τάρα-γμαι

τε-τάρα-ξαι

τε-τάρα-κται

τε-ταρά-γμεθα

τε-τάρα-χθε

τετ-αρα-γμένοι εἰσίν

ἐ-τεταρά-γμην

ἐ-τετάρα-ξο

ἐ-τετάρα-κτο

ἐ-τεταρά-γμεθα

ἐ-τετάρα-χθε

τε-ταρα-γμένοι ἦσαν

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττ-εσθαι

ταρά-ξ-εσθαι

ταρά-ξ-ασθαι

τε-ταρᾶ-χθαι

 

 

 

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταραττ-όμενος- η-ον

ταρα-ξ-όμενος- η-ον

ταρα-ξ-άμενος-η-ον

τε-ταρα-γμένος-η-ον

 

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταράττωμαι

ταράττῃ

ταράττηται

ταραττώμεθα

ταράττησθε

ταράττωνται

ταράξωμαι

ταράξῃ

ταράξηται

ταραξώμεθα

ταράξησθε

ταράξωνται

τεταραγμένος, -μένη, -μένον ὦ

                     >>                 ᾖς

                     >>                ᾖ

τεταραγμένοι, - μέναι, -μένα ὦμεν

                     >>              ἦτε

                     >>              ὦσιν

 

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ταραττοίμην

τααράττοιο

ταράττοιτο

ταραττοίμεθα

ταράττοισθε

ταράττοιντο

ταραξοίμην

ταράξοιο

ταράξοιτο

ταραξοίμεθα

ταράξοισθε

ταράξοιντο

ταραξαίμην

ταράξαιο

ταράξαιτο

ταραξαίμεθα

ταραξαίσθε

ταράξαιντο

τεταραγμένος,- μένη- μένον             εἴην

                        >>                              εἴης

                        >>                              εἴη

τεταραγμένοι, - μέναι, -μένα            εΐημεν/ εἶμεν

                         >>                             εἴητε/ εἶτε

                         >>                             εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

ταράττ-ου

ταραττ-έσθω

-

ταράττ-εσθε

ταραττ-έσθων/ ταραττ-έσθωσαν

-

ταρᾶ-ξ-αι

ταρα-ξ-άσθω

-

ταρά-ξ-ασθε

ταρα-ξ-άσθων/ ταρα-ξ-άσθωσαν

-

τε-τάρα-ξ-ο

τε-ταρά-χθω

-

τε-τάρα-χθε

τε-ταρά-χθων/τε-ταρά-χθωσαν

 

Χειλικόληκτα (ο χαρακτήρας του θέματος είναι: π,β,φ,πτ)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

γράφω

γράφεις

γράφει

γράφομεν

γράφετε

γράφουσιν

ἔγραφον

ἔγραφες

ἔγραφε

ἐγράφομεν

έγράφετε

ἔγραφον

γράψω

γράψεις

γράψει

γράψομεν

γράψετε

γράψουσιν

ἔγραψα

ἔγραψας

ἔγραψα

ἐγράψαμεν

ἐγράψατε

ἔγραψαν

γέγραφα

γέγραφας

γέγραφε

γεγράφαμεν

γεγράφατε

γεγράφασιν

ἐγεγράφειν

ἐγεγράφεις

ἐγεγράφει

ἐγεγράφεμεν

ἐγεγράφετε

ἐγεγράφεσαν

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφειν

γράψειν

γρᾶψαι

γεγραφέναι

 

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφων. γράφουσα, γράφον

γράψων, γράψουσα, γράψον

γράψας, γράψασα, γράψαν

γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφω

γράφῃς

γράφῃ

γράφωμεν

γράφητε

γράφωσιν

γράψω

γράψῃς

γράψῃ

γράψωμεν

γράψητε

γράψωσιν

γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός ὦ

                                >>                 ᾖς

                                >>                  ᾖ

γεγραφότες, γεγραφυῖα, γεγραφότα ὦμεν

                                >>                   ἦτε

                                 >>                 ὦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφοιμι

γράφοις

γράφοι

γράφοιμεν

γράφοιτε

γράφοιεν

γράψοιμι

γράψοις

γράψοι

γράψοιμεν

γράψοιτε

γράψοιεν

γράψαιμι

γράψαις

γράψαι

γράψαιμεν

γράψαιτε

γράψαιεν

γεγραφώς, γεγεγραφυῖα, γεγραφός εἴην

                              >>                      εἴης

                            >>                     εἴη

γεγραφότες, γεγραφυῖαι, γεγραφότα εἴημεν/ εἶμεν

                                       >>                      εἴητε/ εἶτε

                                         >>                     εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

γράφε

γραφέτω

-

γράφετε

γραφόντων/ γραφέτωσαν

-

γρᾶψον

γραψάτω

-

γράψατε

γραψάντων/ γραψάτωσαν

-

γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός ἴσθι

                  >>                    ἔστω

-

γεγραφότες, γεγραφυῖα, γεγραφότα ἔστε

                             >>            ἔστων/ ἔστωσαν

 

ΜΕΣΗ  ΦΩΝΗ                                                                                                                                                      (χειλικόληκτα--->π,β,φ,πτ)

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

γράφομαι

γράφῃ

γράφεται

γραφόμεθα

γράφεσθε

γράφονται

ἐγραφόμην

ἔγράφου

ἐγράφετο

ἐγραφόμεθα

ἐγράφεσθε

ἐγράφοντο

γράψομαι

γράψῃ

γράφεται

γραψόμεθα

γράψεσθε

γράψονται

ἐγραψάμην

ἐγράψω

ἐγράψατο

ἐγραψάμεθα

ἐγράψασθε

ἐγράψαντο

γέγραμμαι

γέγραψαι

γέγραπται

γεγράμμεθα

γέγραφθε

γεγραμμένοι εἰσίν

ἐγεγράμμην

ἐγέγραψο

ἐγέγραπτο

ἐγεγράμμεθα

ἐγέγραφθε

γεγραμμένοι ἦσαν

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφεσθαι

γράψεσθαι

γράψασθαι

γεγράφθαι

 

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γραφόμενος, -μένη, -μένον

γραψόμενος, -μένη, μένον

γραψάμενος, -μένη, -μένον

 γεγραμμένος, - μένη, μένον

 

 

 

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γράφωμαι

γράφῃ

γράφηται

γραφώμεθα

γράφησθε

γράφωνται

γράψωμαι

γράψῃ

γράψηται

γραψώμεθα

γράψησθε

γράψωνται

γεγραμμένος, -μένη, -μένον εἴην

                       >>                          εἴης

                       >>                          εἴη

γεγραμμένοι, - μέναι, μένα ὦμεν

                       >>                          ἦτε

                       >>                          ὦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

γραφοίμην

γράφοιο

γράφοιτο

γραφοίμεθα

γράφοισθε

γράφοιντο

γραψοίμην

γράψοιο

γράψοιτο

γραψοίμεθα

γράψοισθε

γράψοιντο

γραψαίμην

γράψαιο

γράψοιτο

γραψοίμεθα

γράψαισθε

γράψαιντο

 γεγραμμένος, - μένη, - μένον εἴην

                              >>                      εἴης

                            >>                     εἴη

 γεγραμμένοι, - μέναι, μένα    εἴημεν/ εἶμεν

                                       >>                      εἴητε/ εἶτε

                                         >>                     εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

γράφου

γραφέσθω

-

γράφεσθε

γραφέσθων/  γραφέσθωσαν

-

γράψαι

γραψάσθω

-

γράψασθε

γραψάσθων/ γραψάσθωσαν

-

γέγραψο

γεγράφθω

-

γεγράφθε

γεγράφθων

 

Οδοντικόληκτα  (ο χαρακτήρας του θέματος είναι: τ,δ,θ,ζ)

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

πείθω

πείθεις

πείθει

πείθομεν

πείθετε

πείθουσιν

ἔπειθον

ἔπειθες

ἔπειθε

ἔπείθομεν

ἐπείθετε

ἔπειθον

πείσω

πείσεις

πείσει

πείσομεν

πείσετε

πείσουσιν

ἔπεισα

ἔπεισας

ἔπεισε

ἐπείσαμεν

ἐπείσατε

ἔπεισαν

πέπεικα

πέπεικας

πέπεικε

πεπείκαμεν

πεπείκατε

πεπέικασιν

ἐπεπείκειν

ἐπεπείκεις

ἐπεπείκει

ἐπεπείκεμεν

ἔπεπείκετε

ἐπεπείκεσαν

           

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθειν

πείσειν

πεῖσαι

πεπεικέναι

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθων, πείσουσα, πεῖσον

πείσων, πείσουσα, πεῖσον

πείσας, πείσασα, πεῖσαν

πεπεικώς, πεπεικυῖα, πεπεικός

 

 

 

 

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθω

πείθῃς

πείθῃ

πείθωμεν

πείθητε

πείθωσιν

πείσω

πείσῃς

πείσῃ

πείσωμεν

πείσητε

πείσωσιν

 πεπεικώς, πεπεικυῖα, πεπεικός ὦ

                                >>                 ᾖς

                                >>                  ᾖ

πεπεικότες, πεπεεικυῖαι, πεπεικότα ὦμεν

                                >>                   ἦτε

                                 >>                 ὦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθομι

πέιθοις

πείθοι

πείθοιμεν

πέιθοιτε

πέιθοιεν

πείσοιμι

πέισοις

πείσοι

πείσοιμεν

πείσοιτε

πείσοιεν

πείσαιμι

πείσαις

πεῖσαι

πείσαιμεν

πείσαιτε

πείσαιεν

πεπεικώς, πεπεικυῖα, πεπεικός  εἴην

                              >>                      εἴης

                            >>                     εἴη

    πεπεικότες, πεπεικυῖαι, πεπεικότα εἴημεν/ εἶμεν

                                       >>                      εἴητε/ εἶτε

                                         >>                     εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

πείθε

πειθέτω

-

πείθετε

πειθέντων/ πειθέτωσαν

-

πεῖσον

πεισάτω

-

πείσατε

πεισάντων/ πεισάτωσαν

-

πεπεικώς, πεπεικυῖα, πεπεικός ἴσθι

                        >>                    ἔστω

-

πεπεικότες, πεπεικυῖαι, πεπεικότα ἔστε

                       >>               ἔστων/ ἔστωσαν

 

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ                                                                                                                                                    (οδοντικόληκτα---> τ,δ,θ,ζ)

1. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

πείθομαι

πείθῃ

πείθεται

πειθόμεθα

πείθεσθε

πείθονται

ἐπειθόμην

ἐπείθου

ἐπείθετο

ἐπειθόμεθα

ἐπειθεσθε

ἐπείθοντο

πείσομαι

πείσῃ

πείσεται

πεισόμεθα

πείσεσθε

πείσονται

ἐπεισάμην

ἐπείσω

ἐπείσατο

ἐπεισόμεθα

ἐπείσεσθε

ἐπείσαντο

πέπεισμαι

πέπεισαι

πέπεισται

πεπείσμεθα

πέπεισθε

πεπεισμένοι εἰσίν

ἐπεπείσμην

ἐπέπεισο

ἐπέπειστο

ἐπεπείσμεθα

ἐπέπεισθε

πεπεισμένοι ἦσαν

 

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθεσθαι

πείσεσθαι

πείσασθαι

πεπείσθαι

 

 

ΜΕΤΟΧΕΣ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πειθόμενος, -μένη, -μένον

πεισόμενος, - μένη, - μενον

πεισάμενος, -μένη, -μενον

πεπεισμένος, -μένη, -μένον

 

 

 

 

 

 

 

 

2. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πείθωμαι

πείθῃ

πείθηται

πειθώμεθα

πείθησθε

πείθωνται

πείσωμαι

πείσῃ

πείσηται

πεισώμεθα

πείσησθε

πείσωνται

πεπεισμένος, -μένη, -μένον  ὦ

                                >>                 ᾖς

                                >>                  ᾖ

πεπεισμένοι, - μέναι, μένα ὦμεν

                                >>                   ἦτε

                                 >>                 ὦσιν

 

3. ΕΥΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

πειθόμην

πείθοιο

πείθοιτο

πειθοίμεθα

πείθοισθε

πείθοιντο

πεισοίμην

πείσοιο

πείσοιτο

πεισοίμεθα

πεισοίσθε

πείσοιντο

πεισαίμην

πείσαιο

πείσαιτο

πεισαίμεθα

πείσαισθε

πείσαιντο

πεπεισμένος, -μένη, - μένον εἴην

                              >>                      εἴης

                            >>                     εἴη

 πεπεισμένοι, -μέναι, -μένα   εἴημεν/ εἶμεν

                                       >>                      εἴητε/ εἶτε

                                         >>                     εἴησαν/ εἶεν

 

4. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

-

πείθου

πειθέσθω

-

πείθεσθε

πεισθέτωσαν/ πειθέσθων

-

πεῖσαι

πεισάσθω

-

πείσασθε

πεισάσθων/ πεισάσθωσαν

-

πέπεισο

πεπείσθω

-

πέπεισθε

πεπείσθων

 

 Αόριστος Β'                                                                                                                                                                          Ενεργητική φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἔ-βαλ-ον

ἔ-βαλ-ες

ἔ-βαλ-ε

ἐ-βάλ-ομεν

ἐ-βάλ-ετε

ἔ-βαλ-ον

βάλ-ω

βάλ-ῃς

βάλ-ῃ

βάλ-ωμεν

βάλ-ητε

βάλ-ωσιν

βάλ-οιμι

βάλ-οις

βάλ-οι

βάλ-οιμεν

βάλ-οιτε

βάλ-οιεν

-

βάλ-ε

βαλ-έτω

-

βάλ-ετε

βαλ-όντων

βαλ-εῖν

βαλ-ών

βαλ-οῦσα

βαλ-όν

 

Αόριστος Β'                                                                                                                                                                                    Μέση φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐ-βαλ-όμην

ἐ-βάλ-ου

ἐ-βάλ-ετο

ἐ-βαλ-όμεθα

ἐ-βάλ-εσθε

ἐ-βάλ-οντο

βάλ-ωμαι

βάλ-ῃ

βάλ-ηται

βαλ-ώμεθα

βάλ-ησθε

βάλ-ωνται

βαλ-οίμην

βάλ-οιο

βάλ-οιτο

βαλ-οίμεθα

βάλ-οισθε

βάλ-οιντο

-

βαλ-οῦ

βαλ-έσθω

-

βαλ-έσθε

βαλ-έσθων

βαλ-έσθαι

βαλ-όμενος

βαλ-ομένη

βαλ-όμενον

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

  • Το β' ενικό προστακτικής ενεργητικής φωνής των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω και ὁράω-ῶ τονίζεται στη λήγουσα, όταν το ρήμα δεν είναι σύνθετο: ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ, αλλά ἄπέλθε, παράλαβε.
  • Ο αόριστος β' του λέγω στην οριστική είναι: εἶπον, εἶπας, εἶπε, εἴπομεν, εἴπατε, εἶπον. Επίσης, στην προστακτική είναι: εἰπέ, εἰπέτω και εἰπάτω, εἴπετε και εἴπατε, εἰπόντων και εἰπάτωσαν. Οι τύποι με -α προήλθαν από τον αόριστο α' εἶπα, ο οποίος δανείζει τους λίγους τύπους που σχηματίζει στον αόριστο β'.

 

 

 

Πίνακας συνηθέστερων ρημάτων με αόριστο β'

ΡΗΜΑΤΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

(Β'ΕΝΙΚΟ ΠΡΟΣ.)

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἄγω

ἤγαγ-ον

ἀγάγ-ω

ἀγάγ-οιμι

ἄγαγ-ε

ἀγαγ-εῖν

ἀγαγ-ών

ἄγομαι

ἠγαγ-όμην

ἀγάγ-ωμαι

ἀγαγ-οίμην

ἀγαγ-οῦ

ἀγαγ-έσθαι

ἀγαγ-όμενος

αἱρῶ

εἷλον

ἕλω

ἕλοιμι

ἕλε

ἑλεῖν

ἑλών

αἱροῦμαι

εἱλόμην

ἕλωμαι

ἑλοίμην

ἑλοῦ

ἑλέσθαι

ἑλόμενος

αἰσθάνομαι

ἠσθόμην

αἴσθωμαι

αἰσθοίμην

αἰσθοῦ

αἰσθέσθαι

αἰσθόμενος

ἁμαρτάνω

ἥμαρτον

ἁμάρτω

ἁμάρτοιμι

ἅμαρτε

ἁμαρτεῖν

ἁμαρτών

ἀνέχομαι

ἠν-ε-σχ-όμην

ἀνάσχωμαι

ἀνασχοίμην

ἀνάσχου

ἀνασχέσθαι

ἀνασχόμενος

ἀπεχθάνομαι

ἀπηχθόμην

ἀπέχθωμαι

ἀπεχθοίμην

-

ἀπεχθέσθαι

ἀπεχθόμενος

ἀποθνῄσκω

ἀπέθανον

ἀποθάνω

ἀποθάνοιμι

ἀπόθανε

ἀποθανεῖν

ἀποθανών

ἀπόλυμμαι

ἀπωλόμην

ἀπόλωμαι

ἀπολοίμην

ἀπολοῦ

ἀπολέσθαι

ἀπολόμενος-η-ον

ἀφικνοῦμαι

ἀφικόμην

ἀφίκωμαι

ἀφικοίμην

ἀφικοῦ

ἀφικέσθαι

ἀφικόμενος

βάλλω

ἔβαλον

βάλω

βάλοιμι

βάλε

βαλεῖν

βαλών

βάλλομαι

ἐβαλόμην

βάλωμαι

βαλοίμην

βαλοῦ

βαλέσθαι

βαλόμενος

γίγνομαι

ἐγενόμην

γένωμαι

γενοίμην

γενοῦ

γενέσθαι

γενόμενος

δάκνω

ἔδακον

δάκω

δάκοιμι

δάκε

δακεῑν

δακών

ἕπομαι

ἑσπόμην

σπῶμαι

σποίμην

σποῦ

σπέσθαι

σπόμενος

ἔρχομαι

ἦλθον

ἔλθω

ἔλθοιμι

ἐλθέ

ἐλθεῖν

ἐλθών

ἐρωτῶ

ἠρόμην

ἔρωμαι

ἐροίμην

ἐροῦ

ἐρέσθαι

ἐρόμενος

ἐσθίω

ἔφαγον

φάγω

φάγοιμι

φάγε

φαγεῖν

φαγών

εὑρίσκω

εὗρον (ηὗρον)

εὔρω

εὔροιμι

εὑρέ

εὑρεῖν

εὑρών

εὑρίσκομαι

ηὑ(εὑ)ρόμην

εὕρωμαι

εὑροίμην

εὑροῦ

εὑρέσθαι

εὑρόμενος-η-ον

ἔχω

ἔσχον

σχῶ

σχοίην

σχές

σχεῖν

σχών

ἔχομαι

ἐσχόμην

σχῶμαι

σχοίμην

σχοῦ

σχέσθαι

σχόμενος

θέω-τρέχω

ἔδραμον

δράμω

δράμοιμι

δράμε

δραμεῖν

δραμών

θνῃσκω

ἔθανον

θάνω

θάνοιμι

θάνε

θανεῖν

θανών

ἱκνοῦμαι

ἀφ-ικόμην

ἀφίκωμαι

ἀφικοίμην

ἀφικοῦ

ἀφικέσθαι

ἀφικόμενος

κάμνω

ἔκαμον

κάμω

κάμοιμι

κάμε

καμεῖν

καμών

κτείνω

ἔκτανον

κτάνω

κτάνοιμι

κτάνε

κτανεῖν

κτανών

λαγχάνω

ἔλαχον

λάχω

λάχοιμι

λάχε

λαχεῖν

λαχών

λαμβάνω

ἔλαβον

λάβω

λάβοιμι

λαβέ

λαβεῖν

λαβών

λανθάνω

ἔλαθον

λάθω

λάθοιμι

λάθε

λαθεῖν

λαθών

λέγω

εἶπον

εἴπω

εἴποιμι

εἰπέ

εἰπεῖν

εἰπών

λείπω

ἔλιπον

λίπω

λίποιμι

λίπε

λιπεῖν

λιπών

λείπομαι

ἐλιπόμην

λίπωμαι

λιποίμην

λιποῦ

λιπέσθαι

λιπόμενος

μανθάνω

ἔμαθον

μάθω

μάθοιμι

μάθε

μαθεῖν

μαθῶν

ὄλλυμαι

ἀπωλόμην

ἀπόλωμαι

ἀπολοίμην

ἀπολοῦ

ἀπολέσθαι

ἀπολόμενος

ὁρῶ

εἶδον

ἴδω

ἴδοιμι

ἰδέ

ἰδεῖν

ἰδών

ὁρῶμαι

εἰδόμην

ἴδωμαι

ἰδοίμην

ἰδοῦ

ἰδέσθαι

ἰδόμενος

ὀφλισκάνω

ὦφλον

ὄφλω

ὄφλοιμι

ὄφλε

ὀφλεῖν

ὀφλών

πάσχω

ἔπαθον

πάθω

πάθοιμι

πάθε

παθεῖν

παθών

πείθω

ἔπιθον

πίθω

πίθοιμι

πίθε

πιθεῖν

πιθών

πείθομαι

ἐπιθόμην

πίθωμαι

πιθοίμην

πιθοῦ

πιθέσθαι

πιθόμενος

πίνω

ἔπιον

πίω

πίοιμι

πίε και πίθι

πιεῖν

πιών

πίπτω

ἔπεσον

πέσω

πέσοιμι

πέσε

πεσεῖν

πεσών

πυνθάνομαι

ἐπυθόμην

πύθωμαι

πυθοίμην

πυθοῦ

πυθέσθαι

πυθόμενος

τέμνω

ἔτεμον

τέμω

τέμοιμι

τέμε

τεμεῖν

τεμών

τίκτω

ἔτεκον

τέκω

τέκοιμι

τέκε

τεκεῖν

τεκών

τρέπω

ἔτραπον

τράπω

τράποιμι

τράπε

τραπεῖν

τραπών

τρέπομαι

ἐτραπόμην

τράπωμαι

τραποίμην

τραποῦ

τραπέσθαι

τραπόμενος

τυγχάνω

ἔτυχον

τύχω

τύχοιμι

τύχε

τυχεῖν

τυχών

τύπτω

ἔτυπον

τύπω

τύπομι

τύπε

τυπεῖν

τυπών

τρέχω

ἔδραμον

δράμω

δράμοιμι

δράμε

δραμεῖν

δραμών

ὑπισχνοῦμαι

ὑπ-ε-σχόμην

ὑπόσχωμαι

ὑποσχοίμην

ὑπόσχου

ὑπόσχεσθαι

ὑποσχόμενος

φέρω

ἤνεγκον

ἐνέγκω

ἐνέγκοιμι

ἔνεγκε

ἐνεγκεῖν

ἐνεγκών

φεύγω

ἔφυγον

φύγω

φύγοιμι

φύγε

φυγεῖν

φυγών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ (ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ+ΑΟΡΙΣΤΟΣ)

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ- φωνηεντόληκτα ρήματα

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

λυθήσομαι

λυθήσῃ

λυθήσεται

λυθησόμεθα

λυθήσεσθε

λυθήσονται

λυθησοίμην

λυθήσοιο

λυθήσοιτο

λυθησοίμεθα

λυθήσοισθε

λυθήσοιντο

λυθήσεσθαι

λυθησόμενος

λυθησομένη

λυθησόμενον

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ- φωνηεντόληκτα ρήματα

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐλύθην

ἐλύθης

ἐλύθη

ἐλύθημεν

ἐλύθητε

ἐλύθησαν

λυθῶ

λυθῇς

λυθῇ

λυθῶμεν

λυθῆτε

λυθῶσιν

λυθείην

λυθείης

λυθείη

λυθείημεν/ λυθεῖμεν

λυθείητε/ λυθεῖτε

λυθείησαν/λυθεῖεν

-

λύθητι

λυθήτω

-

λύθητε

λυθέντων/λυθέτωσαν

λυθῆναι

λυθείς, λυθεῖσα, λυθέν

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ- ουρανικόληκτα ρήματα (κ,γ,χ,ττ,σσ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

φυλαχθήσομαι

φυλάχθῃ

φυλαχθήσεται

φυλαχθησόμεθα

φυλαχθήσεσθε

φυλαχθήσονται

φυλαχθησοίμην

φυλαχθήσοιο

φυλαχθήσοιτο

φυλαχθησοίμεθα

φυλαχθήσοισθε

φυλαχθήσοιντο

φυλαχθήσεσθαι

φυλαχθησόμενος

φυλαχθησομένη

φυλαχθησόμενον

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ- ουρανικόληκτα ρήματα (κ,γ,χ,ττ,σσ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐφυλάχθην

ἐφυλάχθης

ἐφυλάχθη

ἐφυλάχθημεν

ἐφυλάχθητε

ἐφυλάχθησαν

φυλαχθῶ

φυλαχθῇς

φυλαχθῇ

φυλαχθῶμεν

φυλαχθῆτε

φυλαχθῶσιν

φυλαχθείην

φυλαχθείης

φυλαχθείη

φυλαχθείημεν/φυλαχθεῖμεν

φυλαχθείητε/φυλαχθεῖτε

φυλαχθείησαν/φυλαχθεῖεν

-

φυλάχθητι

φυλαχθήτω

-

φυλάχθητε

φυλαχθέντων/

φυλαχθέτωσαν

φυλαχθῆναι

φυλαχθείς

φυλαχθεῖσα

φυλαχθέν

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ- χειλικόληκτα ρήματα (π,β,φ,πτ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

τρεφθήσομαι

τρεφθήσῃ

τρεφθήσεται

τρεφθησόμεθα

τρεφθήσεσθεε

τρεφθήσονται

τρεφθησοίμην

τρεφθήσοιο

τρεφθήσοιτο

τρεφθησοίμεθα

τρεφθήσοισθε

τρεφθήσοιντο

τρεφθήσεσθαι

τρεφθήσομενος

τρεφθησομένη

τρεφθησόμενον

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ- χειλικόληκτα ρήματα (π,β,φ,πτ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐτρέφθην

ἐτρέφθης

ἐτρέφθη

ἐτρέφθημεν

ἐτρέφθητε

ἐτρέφθησαν

τρεφθῶ

τρεφθῇς

τρεφθῇ

τρεφθῶμεν

τρεφθῆτε

τρεφθῶσιν

τρεφθείην

τρεφθείης

τρεφθείη

τρεφθείημεν/τρεφθεῖμεν

τρεφθείητε/τρεφθεῖτε

τρεφθείησαν/τρεφθεῖεν

-

τρέφθητι

τρεφθήτω

-

τρέφθητε

τρεφθέντων/τρεφθήτωσαν

τρεφθῆναι

τρεφθείς

τρεφθεῖσα

τρεφθέν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ- οδοντικόληκτα ρήματα (τ,δ,θ,ζ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

πεισθήσομαι

πεισθήσει

πεισθήσεται

πεισθησόμεθα

πεισθήσονται

πεισθήσονται

πεισθησοίμην

πεισθήσοιο

πεισθήσοιτο

πεισθησοίμεθα

πεισθήσοισθε

πεισθήσοιντο

πεισθήσεσθαι

πεισθησόμενος

πεισθησομένη

πεισθησόμενον

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ- οδοντικόληκτα ρήματα (τ,δ,θ,ζ)

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐπείσθην

ἐπείσθης

ἐπείσθη

ἐπείσθημεν

ἐπείσθητε

ἐπείσθησαν

πεισθῶ

πεισθῇς

πεισθῇ

πεισθῶμεν

πεισθῆτε

πεισθῶσιν

πεισθείην

πεισθείης

πεισθείη

πεισθείημεν/πεισθεῖμεν

πεισθείητε/πεισθεῖτε

πεισθείησαν/πεισθεῖεν

-

πείσθητι

πεισθήτω

-

πείσθητε

πεισθέντων/πεισθήτωσαν

πεισθῆναι

πεισθείς

πεισθεῖσα

πεισθέν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Β

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

γραφήσομαι

γραφήσει

γραφήσεται

γραφησόμεθα

γραφήσεσθε

γραφήσονται

γραφησοίμην

γραφήσοιο

γραφήσοιτο

γραφησοίμεθα

γραφήσοισθε

γραφήσοιντο

γραφήσεσθαι

γραφησόμενος

γραφησομένη

γραφησόμενον

 

 

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐγράφην

ἐγράφης

ἐγράφη

ἐγράφημεν

έγράφητε

ἐγράφησαν

γραφῶ

γραφῇς

γραφῇ

γραφῶμεν

γραφῆτε

γραφῶσιν

γραφείην

γραφείης

γραφείη

γραφείημεν/γραφεῖμεν

γραφείητε/γραφεῖτε

γραφείησαν/γραφεῖεν

-

γράφηθι

γραφήτω

-

γράφητε

γραφέντων/γραφήτωσαν

γραφῆναι

γραφείς

γραφεῖσα

γραφέν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΔΕΥΤΕΡΟΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

ΡΗΜΑ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

ἀλλάττ(σσ)ω

βλάπτομαι

γράφομαι

θάπτομαι

κλέπτω

κόπτω

κρύπτω

πλήττ(σσ)ω 

ἐκλέγομαι

(ἐκ) πλήττ(σσ)ω

πλέκομαι

ράπτω

ρήγνυμι

ῥίπτομαι

σπείρω

σήπομαι

στέλλω

στρέφω

συλλέγομαι

σφάλλω

τάττ(σσ)ω 

τρέπω

τήκομαι

τρέφω

τρίβω

φαίνω

φθείρω

φράττ(σσ)ω

φύομαι

χαίρομαι

ἀλλαγή-σομαι

βλαβήσομαι

γραφήσομαι

ταφἠσομαι

κλαπή-σομαι

κοπή-σομαι

κρυβή-σομαι

πληγή-σομαι

ἐκλεγήσομαι

(ἐκ)πλαγή-σομαι

πλακήσομαι

ραφή-σομαι

ραγή-σομαι

ῥιφήσομαι

σπαρή-σομαι

σαπήσομαι

σταλή-σομαι

σφραφή-σομαι

συλλεγήσομαι

σφαλήσομαι

ταγή-σομαι

τραπή-σομαι

τακήσομαι

    τραφή-σομαι

τριβή-σομαι

φανή-σομαι

φθαρή-σομαι

φραγή-σομαι

φυήσομαι

χαρήσομαι

ἠλλάγην

ἐβλάβην

ἐγράφην

ἐτάφην

ἐκλάπην

ἐκόπην

ἐκρύβην

ἐπλήγην

ἐξελέγην

ἐξεπλάγην

ἐπλάκην

ἐρράφην

ἐρράγην

ἑρρίφην

ἐσπάρην

ἐσάπην

ἐστάλην

ἐστράφην

συνελέγην

ἐσφάλην

ἐτάγην

ἐτράπην

    ἐτάκην

     ἐτράφην

ἐτρίβην

ἐφάνην

ἐφθάρην

ἐφράγην

ἐφύην

ἐχάρην

 

 

 

 

 

 

 

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΣΕ -άω

 

α+ω                                                                   α+ε                  

α+ο                          ω                                      α+η                          α

α+ου                                                                 α+ει      

α+οι                        ῳ                                      α+ ῃ                         ᾳ

 

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

Οριστική

Ενεστώτας

τιμά-ω

τιμά-εις

τιμά-ει

τιμά-ομεν

τιμά-ετε

τιμά-ουσι(ν)

τιμῶ

τιμᾷς

τιμᾷ

τιμῶμεν

τιμᾶτε

τιμῶσι(ν)

τιμά-ομαι

τιμά-ει/ῃ

τιμά-εται

τιμα-όμεθα

τιμά-εσθε

τιμά-ονται

τιμῶμαι

τιμᾷ

τιμᾶται

τιμώμεθα

τιμᾶσθε

τιμῶνται

Παρατατικός

ἐτίμα-ον

έτίμα-ε

ἐτίμα-ε

ἐτιμά-ομεν

ἐτιμά-ετε

ἐτίμα-ον

ἐτίμων

ἐτίμας

ἐτίμα

ἐτιμῶμεν

ἐτιμᾶτε

ἐτίμων

ἐτιμα-όμην

ἐτιμά-ου

ἐτιμά-ετο

ἐτιμα-όμεθα

ἐτιμά-εσθε

ἐτιμά-οντο

ἐτιμώμην

ἐτιμῶ

ἐτιμᾶτο

ἐτιμώμεθα

ἐτιμᾶσθε

ἐτιμῶντο

Υποτακτική

τιμά-ω

τιμά-ῃς

τιμά-ῃ

τιμά-ωμεν

τιμά-ητε

τιμά-ωσι

τιμῶ

τιμᾷς

τιμᾷ

τιμῶμεν

τιμᾶτε

τιμῶσι

τιμά-ωμαι

τιμάῃ

τιμά-ηται

τιμα-ώμεθα

τιμά-ησθε

τιμά-ωνται

τιμῶμαι

τιμᾷ

τιμᾶται

τιμώμεθα

τιμᾶσθε

τιμῶνται

Ευκτική

α' τύπος ενικού

β' τύπος ενικού

τιμά-οιμι

τιμά-οις

τιμά-οι

τιμά-οιμεν

τιμά-οιτε

τιμά-οιεν

τιμῷμι

τιμῷς

τιμῷ

τιμῷμεν

τιμῷτε

τιμῷεν

τιμα-οίην

τιμα-οίης

τιμα-οίη

τιμῷην

τιμῷης

τιμῷη

τιμα-οίμην

τιμά-οιο

τιμά-οιτο

τιμα-οίμεθα

τιμά-οισθε

τιμά-οιντο

τιμῷμην

τιμῷο

τιμῷτο

τιμῴμεθα

τιμῷσθε

τιμῷντο

Προστακτική

-

τίμα-ε

τιμα-έτω

-

τιμά-ετε

τιμα-όντων/ τιμα-έτωσαν

-

τίμα

τιμάτω

-

τιμᾶτε

τιμῶντων/ τιμάτωσαν

-

τιμά-ου

τιμα-έσθω

-

τιμά-εσθε

τιμα-έσθων/ τιμα-έσθωσαν

-

τιμῶ

τιμάσθω

-

τιμᾶσθε

τιμάσθων/ τιμάσθωσαν

Απαρέμφατο

τιμά-ειν

τιμᾶν

τιμά-εσθαι

τιμᾶσθαι

Μετοχή

τιμά-ων

τιμά-ουσα

τιμά-ον

τιμῶν

τιμῶσα

τιμῶν

τιμα-όμενος

τιμα-ομένη

τιμα-όμενον

τιμώμενος

τιμωμένη

τιμώμενον

           

 

Εξαιρέσεις:  Τα ρήματα ζή- ῶ, ζῶ, πεινή-ω, πεινῶ, διψή-ω, διψῶ, χρή-ομαι, χρῶμαι κλίνονται στους ενεστώτα και παρατατικό όπως και τα συνηρημένα ρήματα σε -άω, με τη διαφορά ότι έχουν η ή ῃ όπου τα σε – άω έχουν α ή ᾳ, π.χ. ἔζης, ἐτίμας, ζῇ- τιμᾷ.

 

ΖΩ

Ενεστώτας- οριστ.

Παρατατικός- οριστ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

ζῷ

ζῇς

ζῇ

ζῶμεν

ζῆτε

ζῶσιν

ἔζων

ἔζης

ἔζη

ἐζῶμεν

ἐζῆτε

ἔζων

ζῶ

ζῇς

ζῇ

ζῶμεν

ζῆτε

ζῶσιν

ζῴην

ζῴης

ζῴη

ζῷμεν

ζῷτε

ζῷεν

-

ζῇ

ζήτω

-

-

-

ζῆν

ζῶν

ζῶσα

ζῶν

 

ΧΡΩΜΑΙ

Ενεστώτας- οριστ.

Παρατατικός- οριστ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

μετοχή

χρῶμαι

χρῇ

χρῆται

χρώμεθα

χρῆσθε

χρῶνται

ἐχρώμην

ἐχρῶ

ἐχρῆτο

ἐχρώμεθα

ἐχρῆσθε

ἐχρῶντο

χρῶμαι

χρῇ

χρῆται

χρώμεθα

χρῆσθε

χρῶνται

χρῴμην

χρῷο

χρῷτο

χρῴμεθα

χρῷσθε

χρῷντο

-

χρῶ

χρήσθω

-

χρῆσθε

χρήσθων

χρῆσθαι

χρώμενος

χρωμένη

χρώμενον

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  • Τα ρήματα ζῶ, πεινῶ, διψῶ, χρῶμαι έχουν χρονικό χαρακτήρα η και όχι α. Κλίνονται όπως τα ρήματα σε -άω, έχουν όμως -η και -ῃ, όπου τα σε – άω έχουν -α και -ᾳ. Π.χ ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσιν.
  • Η θέση του τόνου:

α) Αν στον ασυναίρετο τύπο ο τόνος δε βρίσκεται σε μια απο τις κάποιες συναιρούμενες συλλαβές, μένει στη θέση που ήταν και όποιος ήταν, π.χ. ἠγάπαον ---> ἠγάπων.

β) Αν στον ασυναίρετο τύπο ο τόνος βρίσκεται σε μια από τις συναιρούμενες συυλαβές, τότε τονίζεται  η συλλαβή που προήλθε απο τη συναίρεση: π.χ. ἀγαπάω---> άγαπῶ.

  • Το είδος του τόνου:

α) Αν η τονούμενη συναίρεση βρίσκεται στη λήγουσα, περισπάται, π.χ. ἀγαπάω---> ἀγαπῶ.

β) Αν η τονούμενη συναίρεση βρίσκεται στην προπαραλήγουσα, οξύνεται, π.χ. ἠγαπαόμεθα---> ἠγαπώμεθα.

γ) Αν η τονούμενη συναίρεση βρίσκεται στην παραλήγουσα, τότε παίρνει περισπωμένη, εφόσον η λήγουσα είναι βραχύχρονη, διαφορετικά οξύνεται, π.χ. ἀγαπάεετε ---> ἀγαπᾶτε.

  • Οι συναιρέσεις αφορούν μόνο τον Ενεστώτα σε όλες τις εγκλίσεις του και τον Παρατατικό.
  • Τα συνηρημένα σε -αω που πριν από το χαρακτήρα α έχουν ε,ι, ρ διατηρούν το α στους άλλους χρόνους, εκτός από ενεστώτα και παρατατικού, χρόνους

π.χ. ἐά-ω, ἐῷ---> ἐάσω- εἴασα-εἴακα

ἰά-ομαι, ἰῶμαι--> ἰάσομαι- ἰασάμην- ἴαμαι

θηρά-ω,θηρῶ--> θηράσω- ἐθήρασα- τεθήρακα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΣΕ -έω

 

                                                                                       ε+ ε =ει

                                                                                       ε+ο = ου

                                                                                       ε+ μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο= φεύγει το ε

 

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

Οριστική

Ενεστώτας

Παρατατικός

ἀμελέ-ω

ἀμελέ-εις

ἀμελέ-ει

ἀμελέ-ομεν

ἀμελέ-ετε

ἀμελέ-ουσι(ν)

ἀμελῶ

ἀμελεῖς

ἀμελεῖ

ἀμελοῦμεν

ἀμελεῖτε

ἀμελοῦσι(ν)

ἠμέλε-ον

ἠμέλε-ες

ἠμέλε-ε

ἠμελέ-ομεν

ἠμελέ-ετε

ἠμέλε-ον

ἠμέλουν

ἠμέλεις

ἠμέλει

ἠμελοῦμεν

ἠμελεῖτε

ἠμέλουν

Υποτακτική

Ευκτική

Ενεστώτας

Ενεστώτας

ἀμελέ-ω

ἀμελέ-ῃς

ἀμελέ-ῃ

ἀμελέ-ωμεν

ἀμελέ-ητε

ἀμελέ-ωσι(ν)

ἀμελῶ

ἀμελῇς

ἀμελῇ

ἀμελῶμεν

ἀμελῆτε

ἀμελῶσι(ν)

ἀμελέ-οιμι/ ἀμελε-οίην

ἀμελέ-οις/ ἀμελε-οίης

ἀμελέ-οι/ ἀμελε-οίη

ἀμελέ-οιμεν

ἀμελέ-οιτε

ἀμελέ-οιεν

ἀμελοῖμι/ ἀμελοίην

ἀμελοῖς/ ἀμελοίης

ἀμελοῖ/ ἀμελοίη

ἀμελοῖμεν

ἀμελοῖτε

ἀμελοῖεν

Προστακτική

Απαρέμφατο                                         Μετοχή

Ενεστώτας

Ενεστώτας

-

ἀμέλε-ε

ἀμελε-έτω

-

ἀμελέ-ετε

ἀμελε-όντων/ ἀμελε-έτωσαν

-

ἀμέλει

ἀμελείτω

-

ἀμελεῖτε

ἀμελούντων/ ἀμελείτωσαν

ἀμελέ-ειν      ἀμελεῖν

ἀμελέων                          ἀμελῶν

ἀμελέ-ουσα                 ἀμελοῦσα

ἀμελέ-ον                        ἀμελοῦν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

Οριστική

Ενεστώτας

Παρατατικός

ἀμελέ-ομαι

ἀμελέ-ῃ/ ει

ἀμελέ-εται

ἀμελε-όμεθα

ἀμελέ-εσθε

ἀμελέ-ονται

ἀμελοῦμαι

ἀμελῇ/εῖ

ἀμελεῖται

ἀμελούμεθα

ἀμελεῖσθε

ἀμελοῦνται

ἠμελε-όμην

ἠμελέ-ου

ἠμελέ-ετο

ἠμελε-όμεθα

ἠμελέ-εσθε

ἠμελέ-οντο

ἠμελούμην

ἠμελοῦ

ἠμελεῖτο

ἠμελούμεθα

ἠμελεῖσθε

ἠμελοῦντο

Υποτακτική

Ευκτική

Ενεστώτας

Ενεστώτας

ἀμελέ-ωμαι

άμελέ-ῃ

ἀμελέ-ηται

ἀμελε-ώμεθα

ἀμελέ-ησθε

ἀμελέ-ωνται

ἀμελῶμαι

ἀμελῇ

ἀμελῆται

ἀμελώμεθα

ἀμελῆσθε

ἀμελῶνται

ἀμελε-οίμην

ἀμελέ-οιο

ἀμελέ-οιτο

ἀμελε-οίμεθα

ἀμελέ-οισθε

ἀμελέ-οιντο

ἀμελοίμην

ἀμελοῖο

ἀμελοῖτο

ἀμελοίμεθα

ἀμελοῖσθε

ἀμελοῖντο

Προστακτική

Απαρέμφατο                                           Μετοχή

Ενεστώτας

Ενεστώτας

-

ἁμελέ-ου

ἀμελε-έσθω

-

ἀμελέ-εσθε

ἀμελε-έσθων/ ἀμελε-έσθωσαν

-

ἀμελοῦ

ἀμελείσθω

-

ἀμελεῖσθε

ἀμελείσθων/ ἀμελείσθωσαν

ἀμελέ-εσθαι              ἀμελεῖσθαι

ἀμελε-όμενος         ἀμελούμενος

ἀμελε-ομένη             ἀμελουμένη

ἀμελε-όμενον         ἀμελούμενον

 

Παρατηρήσεις:

  • τα συνηρημένα ρήματα β' τάξης σχηματίζουν τους υπόλοιπους χρόνους κατά τα βαρύτονα  φωνηεντόληκτα, αφού προηγουμένως τρέψουν το χαρακτήρα τους σε ε ή η, π.χ. ποιέω, ποιῶ--> ποιήσω, ἐποίησα, πεποίηκα, ἐπεποιήκειν.
  • Τα ρήματα σε -έω με μονοσύλλαβο θέμα (π.χ. πλέω) στον ενεστώτα και στον παρατατικό συναιρούν το χαρακτήρα τους ε μόνο με το -ε ή -ει της κατάληξης π.χ. πλέω, πλεῖς, πλεῖ, πλέομεν, πλεῖτε, πλέουσι. Εξαίρεση αποτελεί το συνηρημένο ρήμα δέω, δῶ (=δένω), που συναιρεί το χαρακτήρα ε με το φωνήεν ή τη δίφθογγο της κατάληξης. Όμοια με το πλέω κλίνονται τα: θέω( τρέχω), πνέω, ῥέω, δέω ( έχω ανάγκη)

 

ΠΛΕΩ

Ενεστώτας- οριστ.

Παρατατικός- οριστ.

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

μετοχή

πλέω

πλεῖς

πλεῖ

πλέομεν

πλεῖτε

πλέουσι

ἔπλεον

ἔπλεις

ἔπλει

ἐπλέομεν

ἐπλεῖτε

ἔπλεον

πλέω

πλέῃς

πλέῃ

πλέωμεν

πλέητε

πλέωσι

πλέοιμι

πλέοις

πλέοι

πλέοιμεν

πλέοιτε

πλέοιεν

-

πλεῖ

πλείτω

-

πλεῖτε

πλεόντων

πλεῖν

 

Πλέων

πλέουσα

πλέον

ΔΕΟΜΑΙ

δέομαι

δέῃ

δεῖται

δεόμεθα

δεῖσθε

δέονται

ἐδεόμην

ἐδέου

ἐδεῖτο

ἐδεόμεθα

ἐδεῖσθε

ἐδέοντο

δέωμαι

δέῃ

δέηται

δεώμεθα

δέησθε

δέωνται

δεοίμην

δέοιο

δέοιτο

δεοίμεθα

δέοισθε

δέοιντο

-

δέου

δείσθω

-

δεῖσθε

δείσθων

δεῖσθαι

δεόμενος

δεομένη

δεόμενον

 

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΣΕ -όω

 

 

  ο+ο=ου                                           ο+η=ω                                       ο+ει=οι

  ο+ε=ου                                           ο+ω=ω                                       ο+οι=οι

 ο+ου=ου                                                                                             ο+ῃ=οι

 

Ενεργητική Φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

Παρατατικός

(δηλόω) δηλῶ

(δηλόεις) δηλοῖς

(δηλόει) δηλοῖ

(δηλόομεν) δηλοῦμεν

(δηλόετε) δηλοῦτε

(δηλόουσι) δηλοῦσι

(ἐδήλοον) ἐδήλουν

(ἐδήλοες) ἐδήλους

(ἐδήλοε) ἐδήλου

(ἐδηλόομεν) ἐδηλοῦμεν

(ἐδηλόετε) ἐδηλοῦτε

(ἐδήλοον) ἐδήλουν

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

Ενεστώτας

(δηλόω) δηλῶ

(δηλόῃς) δηλοῖς

(δηλόῃ) δηλοῖ

(δηλόωμεν) δηλῶμεν

(δηλόητε) δηλῶτε

(δηλόωσι) δηλῶσιν

(δηλόοιμι) δηλοῖμι

(δηλόοις) δηλοῖς                    α' τύπος ενικού

(δηλόοι) δηλοῖ

 

ή (δηλοοίην) δηλοίην

(δηλοοίης) δηλοίης                  β' τύπος ενικού

(δηλοοίη) δηλοίη

(δηλόοιμεν) δηλοῖμεν

(δηλόοιτε) δηλοῖτε

(δηλόοιεν) δηλοῖεν

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας

Ενεστώτας

Ενεστώτας

-

(δήλοε) δήλου

(δηλοέτω) δηλούτω

-

(δηλόετε) δηλοῦτε

(δηλοόντων) δηλούντων ή

(δηλοέτωσαν) δηλούτωσαν

(δηλόεν) δηλοῦν

(δηλόων) δηλῶν

(δηλόουσα) δηλοῦσα

(δηλόον) δηλοῦν

 γενική:

(δηλόοντος) δηλοῦντος

(δηλοούσης) δηλούσης

(δηλόοντος) δηλοῦντος

 

 

 

Μέση φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

Παρατατικός

(δηλόομαι) δηλοῦμαι

(δηλόῃ/-ει) δηλοῖ

(δηλόεται) δηλοῦται

(δηλοόμεθα) δηλούμεθα

(δηλόεσθε) δηλοῦσθε

(δηλόονται) δηλοῦνται

 

(ἐδηλοόμην) ἐδηλούμην

(ἐδηλόου) ἐδηλοῦ

(ἐδηλόετο) ἐδηλοῦτο

(ἐδηλοόμεθα) ἐδηλούμεθα

(ἐδηλόεσθε) ἐδηλοῦσθε

 (ἐδηλόοντο) ἐδηλοῦντο

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

Ενεστώτας

(δηλόωμαι) δηλῶμαι

(δηλόῃ) δηλοῖ

(δηλόηται) δηλῶται

(δηλόωμεθα) δηλώμεθα

(δηλόησθε) δηλῶσθε

(δηλόωνται) δηλῶνται

(δηλοοίμην) δηλοίμην

(δηλόοιο) δηλοῖο

(δηλόοιτο) δηλοῖτο

(δηλοοίμεθα) δηλοίμεθα

(δηλόοισθε) δηλοῖσθε

(δηλόοιντο) δηλοῖντο

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας

Ενεστώτας

Ενεστώτας

-

(δηλόου) δηλοῦ

(δηλόεσθω) δηλούσθω

-

(δηλόεσθε) δηλοῦσθε

(δηλοέσθων) δηλούσθων ή

(δηλοέσθωσαν) δηλούσθωσαν

(δηλόεσθε) δηλοῦσθαι

(δηλοόμενος) δηλούμενος

(δηλοομένη) δηλουμένη

(δηλοόμενον) δηλούμενον

       

 

 

 

 

 

 

 

 

 Μέλλοντας και αόριστος ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων ενεργητικής και μέσης φωνής

 

α. Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα από το θέμα τους, χωρίς το χρονικό χαρακτήρα -σ-, και τις καταλήξεις -ῶ, -οῦμαι. Ο μέλλοντας δλδ. αυτός κλίνεται όπως ο ενεστώτας των συνηρημένων ρημάτων της β' τάξης σε -έω.

Τέτοια ρήματα είναι τα εξής:

νέμω (θ. νεμ-)

μένω (θ. μεν-)

ὑφαίνω (θ. ὑφαν-)

κρίνω (θ. κριν-)

καθαίρω (θ. καθαρ-)

σφάλλω (θ. σφαλ-)

ἀγγέλω (θ. ἀγγελ-)

φθείρω (θ. φθερ-)

βάλλω (θ. βαλ-)

νεμ-έ-ω

μεν-έ-ω

ὑφαν-έ-ω

κειν-έ-ω

καθαρ-έ-ω

σφαλ-έ-ω

ἀγγελ-έ-ω

φθερ-έ-ω

βαλ-έ-ω

 

νεμῶ

μενῶ

ὑφανῶ

κρινῶ

καθαρῶ

σφαλῶ

ἀγγελῶ

φθερῶ

βαλῶ

νεμοῦμαι

-

ὑφανοῦμαι

κρινοῦμαι

καθαροῦμαι

σφαλοῦμαι

ἀγγελοῦμαι

φθεροῦμαι

βαλοῦμαι

 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΟΥ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΑ

Οριστική

Ευκτική

απαρέμφατο

νεμῶ

νεμεῖς

νεμεῖ

νεμοῦμεν

νεμεῖτε

νεμοῦσι

νεμοῖμι ή νεμοίην

νεμοῖς ή νεμοίης

νεμοῖ ή νεμοίη

νεμοῖμεν

νεμοῖτε

νεμοῖεν

νεμεῖν

 

μετοχή:

νεμῶν (νεμοῦντος)

νεμοῦσα (νεμούσης)

νεμοῦν (νεμοῦντος)

Οριστική

Ευκτική

Απαρέμφατο

νεμοῦμαι

νεμεῖ

νεμεῖται

νεμούμεθα

νεμεῖσθε

νεμοῦνται

νεμοίμην

νεμοῖο

νεμοῖτο

νεμοίμεθα

νεμοῖσθε

νεμοῖντο

νεμεῖσθαι

 

Μετοχή:

νεμούμενος

νεμουμένη

νεμούμενον

 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΟΥ ΑΣΙΓΜΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ Α`

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

ἔνειμ-α

ἔνειμα-ς

ἔνειμ-ε

ἐνειμ-άμεν

ἐνείμ-ατε

ἔνειμ-αν

νείμ-ω

νείμ-ῃς

νείμ-ῃ

νείμ-ωμεν

νείμ-ητε

νείμ-ωσι

νείμ-αιμι

νείμ-αις

νείμ-αι

νείμ-αιμεν

νείμ-αιτε

νείμ-αιεν

-

νεῖμ-ον

νειμ-άτω

-

νείμ-ατε

νειμ-άντων ή νειμ-άτωσαν

-

 

Μετοχή

νείμ-ας

νείμ-ασα

νεῖμ-αν

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

ἐνειμ-άμην

ἐνείμ-ω

ἐνείμ-ατο

ἐνειμ-άμεθα

ἐνείμ-ασθε

ἐνείμ-αντο

νείμ-ωμαι

νείμ-ῃ

νείμ-ηται

νειμ-ώμεθα

νείμ-ησθε

νείμ-ωνται

νειμ-αίμην

νείμ-αιο

νείμ-αιτο

νειμ-αίμεθα

νείμ-αισθε

νείμ-αιντο

-

νεῖμ-αι

νειμ-άσθω

-

νείμ-ασθε

νειμ-άσθων ή νειμ-άσθωσαν

νείμ-ασθαι

 

Μετοχή

νειμ-άμενος

νειμ-αμένη

νειμ-άμενον

 

Ακολουθήστε μας

Log in

Ε! Πριν φύγεις...

Κάνε εγγραφή στο Newsletter της Φιλολογικής γωνιάς για να λαμβάνεις πρώτος νέα, κρυφό υλικό, ενημερώσεις και πολλά άλλα!