Αρχαία:Θεωρία Γραμματικής -Συντακτικού

Αόριστος Β'

 

 Αόριστος Β'                                                                                                                                                                          Ενεργητική φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἔ-βαλ-ον

ἔ-βαλ-ες

ἔ-βαλ-ε

ἐ-βάλ-ομεν

ἐ-βάλ-ετε

ἔ-βαλ-ον

βάλ-ω

βάλ-ῃς

βάλ-ῃ

βάλ-ωμεν

βάλ-ητε

βάλ-ωσιν

βάλ-οιμι

βάλ-οις

βάλ-οι

βάλ-οιμεν

βάλ-οιτε

βάλ-οιεν

-

βάλ-ε

βαλ-έτω

-

βάλ-ετε

βαλ-όντων

βαλ-εῖν

βαλ-ών

βαλ-οῦσα

βαλ-όν

 

Αόριστος Β'                                                                                                                                                                                    Μέση φωνή

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἐ-βαλ-όμην

ἐ-βάλ-ου

ἐ-βάλ-ετο

ἐ-βαλ-όμεθα

ἐ-βάλ-εσθε

ἐ-βάλ-οντο

βάλ-ωμαι

βάλ-ῃ

βάλ-ηται

βαλ-ώμεθα

βάλ-ησθε

βάλ-ωνται

βαλ-οίμην

βάλ-οιο

βάλ-οιτο

βαλ-οίμεθα

βάλ-οισθε

βάλ-οιντο

-

βαλ-οῦ

βαλ-έσθω

-

βαλ-έσθε

βαλ-έσθων

βαλ-έσθαι

βαλ-όμενος

βαλ-ομένη

βαλ-όμενον

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

  • Το β' ενικό προστακτικής ενεργητικής φωνής των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω και ὁράω-ῶ τονίζεται στη λήγουσα, όταν το ρήμα δεν είναι σύνθετο: ἐλθέ, εὑρέ, λαβέ, εἰπέ, ἰδέ, αλλά ἄπέλθε, παράλαβε.
  • Ο αόριστος β' του λέγω στην οριστική είναι: εἶπον, εἶπας, εἶπε, εἴπομεν, εἴπατε, εἶπον. Επίσης, στην προστακτική είναι: εἰπέ, εἰπέτω και εἰπάτω, εἴπετε και εἴπατε, εἰπόντων και εἰπάτωσαν. Οι τύποι με -α προήλθαν από τον αόριστο α' εἶπα, ο οποίος δανείζει τους λίγους τύπους που σχηματίζει στον αόριστο β'.

 

Πίνακας συνηθέστερων ρημάτων με αόριστο β'

ΡΗΜΑΤΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

(Β'ΕΝΙΚΟ ΠΡΟΣ.)

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

ἄγω

ἤγαγ-ον

ἀγάγ-ω

ἀγάγ-οιμι

ἄγαγ-ε

ἀγαγ-εῖν

ἀγαγ-ών

ἄγομαι

ἠγαγ-όμην

ἀγάγ-ωμαι

ἀγαγ-οίμην

ἀγαγ-οῦ

ἀγαγ-έσθαι

ἀγαγ-όμενος

αἱρῶ

εἷλον

ἕλω

ἕλοιμι

ἕλε

ἑλεῖν

ἑλών

αἱροῦμαι

εἱλόμην

ἕλωμαι

ἑλοίμην

ἑλοῦ

ἑλέσθαι

ἑλόμενος

αἰσθάνομαι

ἠσθόμην

αἴσθωμαι

αἰσθοίμην

αἰσθοῦ

αἰσθέσθαι

αἰσθόμενος

ἁμαρτάνω

ἥμαρτον

ἁμάρτω

ἁμάρτοιμι

ἅμαρτε

ἁμαρτεῖν

ἁμαρτών

ἀνέχομαι

ἠν-ε-σχ-όμην

ἀνάσχωμαι

ἀνασχοίμην

ἀνάσχου

ἀνασχέσθαι

ἀνασχόμενος

ἀπεχθάνομαι

ἀπηχθόμην

ἀπέχθωμαι

ἀπεχθοίμην

-

ἀπεχθέσθαι

ἀπεχθόμενος

ἀποθνῄσκω

ἀπέθανον

ἀποθάνω

ἀποθάνοιμι

ἀπόθανε

ἀποθανεῖν

ἀποθανών

ἀπόλυμμαι

ἀπωλόμην

ἀπόλωμαι

ἀπολοίμην

ἀπολοῦ

ἀπολέσθαι

ἀπολόμενος-η-ον

ἀφικνοῦμαι

ἀφικόμην

ἀφίκωμαι

ἀφικοίμην

ἀφικοῦ

ἀφικέσθαι

ἀφικόμενος

βάλλω

ἔβαλον

βάλω

βάλοιμι

βάλε

βαλεῖν

βαλών

βάλλομαι

ἐβαλόμην

βάλωμαι

βαλοίμην

βαλοῦ

βαλέσθαι

βαλόμενος

γίγνομαι

ἐγενόμην

γένωμαι

γενοίμην

γενοῦ

γενέσθαι

γενόμενος

δάκνω

ἔδακον

δάκω

δάκοιμι

δάκε

δακεῑν

δακών

ἕπομαι

ἑσπόμην

σπῶμαι

σποίμην

σποῦ

σπέσθαι

σπόμενος

ἔρχομαι

ἦλθον

ἔλθω

ἔλθοιμι

ἐλθέ

ἐλθεῖν

ἐλθών

ἐρωτῶ

ἠρόμην

ἔρωμαι

ἐροίμην

ἐροῦ

ἐρέσθαι

ἐρόμενος

ἐσθίω

ἔφαγον

φάγω

φάγοιμι

φάγε

φαγεῖν

φαγών

εὑρίσκω

εὗρον (ηὗρον)

εὔρω

εὔροιμι

εὑρέ

εὑρεῖν

εὑρών

εὑρίσκομαι

ηὑ(εὑ)ρόμην

εὕρωμαι

εὑροίμην

εὑροῦ

εὑρέσθαι

εὑρόμενος-η-ον

ἔχω

ἔσχον

σχῶ

σχοίην

σχές

σχεῖν

σχών

ἔχομαι

ἐσχόμην

σχῶμαι

σχοίμην

σχοῦ

σχέσθαι

σχόμενος

θέω-τρέχω

ἔδραμον

δράμω

δράμοιμι

δράμε

δραμεῖν

δραμών

θνῃσκω

ἔθανον

θάνω

θάνοιμι

θάνε

θανεῖν

θανών

ἱκνοῦμαι

ἀφ-ικόμην

ἀφίκωμαι

ἀφικοίμην

ἀφικοῦ

ἀφικέσθαι

ἀφικόμενος

κάμνω

ἔκαμον

κάμω

κάμοιμι

κάμε

καμεῖν

καμών

κτείνω

ἔκτανον

κτάνω

κτάνοιμι

κτάνε

κτανεῖν

κτανών

λαγχάνω

ἔλαχον

λάχω

λάχοιμι

λάχε

λαχεῖν

λαχών

λαμβάνω

ἔλαβον

λάβω

λάβοιμι

λαβέ

λαβεῖν

λαβών

λανθάνω

ἔλαθον

λάθω

λάθοιμι

λάθε

λαθεῖν

λαθών

λέγω

εἶπον

εἴπω

εἴποιμι

εἰπέ

εἰπεῖν

εἰπών

λείπω

ἔλιπον

λίπω

λίποιμι

λίπε

λιπεῖν

λιπών

λείπομαι

ἐλιπόμην

λίπωμαι

λιποίμην

λιποῦ

λιπέσθαι

λιπόμενος

μανθάνω

ἔμαθον

μάθω

μάθοιμι

μάθε

μαθεῖν

μαθῶν

ὄλλυμαι

ἀπωλόμην

ἀπόλωμαι

ἀπολοίμην

ἀπολοῦ

ἀπολέσθαι

ἀπολόμενος

ὁρῶ

εἶδον

ἴδω

ἴδοιμι

ἰδέ

ἰδεῖν

ἰδών

ὁρῶμαι

εἰδόμην

ἴδωμαι

ἰδοίμην

ἰδοῦ

ἰδέσθαι

ἰδόμενος

ὀφλισκάνω

ὦφλον

ὄφλω

ὄφλοιμι

ὄφλε

ὀφλεῖν

ὀφλών

πάσχω

ἔπαθον

πάθω

πάθοιμι

πάθε

παθεῖν

παθών

πείθω

ἔπιθον

πίθω

πίθοιμι

πίθε

πιθεῖν

πιθών

πείθομαι

ἐπιθόμην

πίθωμαι

πιθοίμην

πιθοῦ

πιθέσθαι

πιθόμενος

πίνω

ἔπιον

πίω

πίοιμι

πίε και πίθι

πιεῖν

πιών

πίπτω

ἔπεσον

πέσω

πέσοιμι

πέσε

πεσεῖν

πεσών

πυνθάνομαι

ἐπυθόμην

πύθωμαι

πυθοίμην

πυθοῦ

πυθέσθαι

πυθόμενος

τέμνω

ἔτεμον

τέμω

τέμοιμι

τέμε

τεμεῖν

τεμών

τίκτω

ἔτεκον

τέκω

τέκοιμι

τέκε

τεκεῖν

τεκών

τρέπω

ἔτραπον

τράπω

τράποιμι

τράπε

τραπεῖν

τραπών

τρέπομαι

ἐτραπόμην

τράπωμαι

τραποίμην

τραποῦ

τραπέσθαι

τραπόμενος

τυγχάνω

ἔτυχον

τύχω

τύχοιμι

τύχε

τυχεῖν

τυχών

τύπτω

ἔτυπον

τύπω

τύπομι

τύπε

τυπεῖν

τυπών

τρέχω

ἔδραμον

δράμω

δράμοιμι

δράμε

δραμεῖν

δραμών

ὑπισχνοῦμαι

ὑπ-ε-σχόμην

ὑπόσχωμαι

ὑποσχοίμην

ὑπόσχου

ὑπόσχεσθαι

ὑποσχόμενος

φέρω

ἤνεγκον

ἐνέγκω

ἐνέγκοιμι

ἔνεγκε

ἐνεγκεῖν

ἐνεγκών

φεύγω

ἔφυγον

φύγω

φύγοιμι

φύγε

φυγεῖν

φυγών

 

Ακολουθήστε μας

Log in

Ε! Πριν φύγεις...

Κάνε εγγραφή στο Newsletter της Φιλολογικής γωνιάς για να λαμβάνεις πρώτος νέα, κρυφό υλικό, ενημερώσεις και πολλά άλλα!